Αριστείδης Μόσχος





Ο Αριστείδης Μόσχος ήταν οργανοπαίκτης και δάσκαλος σαντουριού.
Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1930. Ήταν το πέμπτο από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του, η οποία καταγόταν από το χωριό Πεντάλοφο Αγρινίου. Στο χωριό αυτό, ο πατέρας του είχε μεγάλη κτηματική περιουσία, την οποία πούλησε και πήγε στο Αγρίνιο κι έκανε επιχειρήσεις. Άνοιξε ένα καφέ-αμάν κι ένα καφέ-σαντάν. Στο πρώτο παίζανε Πολίτες, Σμυρνιοί, Αρμένιοι, ενώ στο άλλο υπήρχε ευρωπαϊκή ορχήστρα. Ο ίδιος ο πατέρας του ήταν εξαιρετικός οργανοπαίχτης κλαρίνου και έπαιζε με αυτό παραδοσιακή, αλλά και ευρωπαϊκή μουσική. Ο αδερφός του έπαιζε βιολί, ενώ στα μαγαζιά της οικογένειας έρχονταν μεγάλα μουσικά ονόματα της εποχής (Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Εσκενάζη, κ.ά.). Από κάποιο ρουμάνικο περιοδεύον συγκρότημα, ο Αριστείδης Μόσχος άκουσε το σαντούρι και το αγάπησε.
Πρώτος του δάσκαλος ήταν ένας Ρουμάνος του συγκροτήματος αυτού, ο Νέστορας Μπάτσι. Έμαθε γρήγορα και ξεκίνησε να παίζει στο μαγαζί του πατέρα του. Μετά τον πόλεμο εγκατέλειψε το Αγρίνιο και ήρθε στην Αθήνα, όπου μπήκε στο Λύκειο των Ελληνίδων. Με αυτό έκανε περιοδείες σε όλο τον κόσμο. Συνεργάστηκε με πολλούς τραγουδιστές, μουσικούς και συνθέτες. Συμμετείχε σε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές σχετικές με τη δημοτική και λαϊκή μουσική παράδοση. Κυκλοφόρησε 15 προσωπικούς δίσκους, εκ των οποίων οι τρεις έγιναν χρυσοί και οι δύο πλατινένιοι. Συμμετείχε σε περίπου 150 άλλους δίσκους ως σολίστας.
Το 1985 ίδρυσε το «Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής», το οποίο λειτούργησε ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία. Εκεί δίδαξε δεκάδες μουσικά όργανα, αλλά και βυζαντινή μουσική. Επίσης, συνέστησε και χορωδία.
Τιμήθηκε από δήμους, συλλόγους, οργανώσεις και από τη Βουλή των Ελλήνων.
Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2001.