Ο Βοσκός κι ο Χειμώνας

Τις ήσυχες και δροσερές ημέρες της Άνοιξης και του Καλοκαιριού,πάνω στους λόφους ή δίπλα,
στα μεγάλα λιβάδια και τις ακροποταμιές, κάτω απ'τις παχιές σκιές των δέντρων,
 ο βοσκός βγάζει απ' το δισάκι τη φλογέρα .
Την τέχνη της δεν την εγκαταλείπει.

Η παλιά μελωδία ,που ταξιδεύει από παππού σε εγγονό, χιλιάδες χρόνια τώρα, 
απλώνεται με τ' αεράκι στις κοιλάδες και τους λόφους.
Ζώα μικρά και μεγάλα, πουλιά της νύχτας και της μέρας, τρωκτικά των αγρών,έντομα, φυτά, πέτρες και ρυάκια..ολάκερος  ο κάμπος χαίρεται και μαζί του αγαλιάζει κι ο βοσκός.
Γι' αυτό του δόθηκε η φλογέρα ,
για να υμνεί τη  ζωή και τη Φύση

Αλλά οι μέρες αλλάζουν
Έρχονται οι παγωμένες, άγριες και σκληρές  μέρες του Χειμώνα
Κι οι νύχτες του οι ατέλειωτες
Λύκοι και Τσακάλια,ψηλά, απ'τις κορυφές κατεβαίνουν
Είναι Αγέλες μεγάλες,πεινασμένες, με αρχηγούς και σχέδιο, με δίψα για χαλασμό και αίμα.
Τα σκυλιά πηγαινοέρχονται ανήσυχα και φοβισμένα
Τότε ο βοσκός πιάνει τη σφεντόνα
Την αρχαία τέχνη της δεν την ξέχασε.

Αργά βαδίζοντας, ανηφορίζει προς τη στάνη.
Τους βλέπει σκορπισμένους ολόγυρα.
Οι πέτρες σφυρίζουν καθώς σκίζουν τον αέρα
Τα αρπακτικά αποτραβιούνται σαστισμένα πίσω.
Χάνονται πίσω απ' τα δέντρα βγάζοντας απόκοσμα γρυλίσματα, σαν κατάρες.
 Γι' αυτό φτιάχτηκε κάποτε η σφεντόνα.
Για να  ησυχάζουν οι ψυχές
μεσ' τους Χειμώνες