Εκεί απάνω στα βουνά



Στα βουνά ζούσαμε κάποτε, όχι και πολύ παλιά
Στα ψηλά βουνά,ελεύθεροι κι αυτάρκεις
Δίχως έννοιες και βάσανα
Ζούσαμε με ελάχιστα αλλά ευτυχισμένοι
Μέσα στην Θεία Φύση
Ήρεμοι και γελαστοί
Και δεν μας τρόμαζαν ούτε οι χειμώνες, ούτε τ' αγρίμια,
ούτε και οι εμπόροι, κι οι ληστές
Δεν ξέραμε από αγορές κι από τράπεζες
 κι από στολίδια ....
 Ξένοιαστοι κι αμέριμνοι και δυνατοί

Κι ύστερα μας έπεισαν - με τη βία κάποτε ή με τεχνάσματα και δολώματα πονηρά-
να  κατέβουμε στην πόλη
Και θάμαξαν τα μάτια μας
Και μείναμε σε τσιμεντένια κλουβιά
Και περπατήσαμε σε τσιμεντένιους δρόμους 
Και  δουλέψαμε σε φάμπριγκες και σε εργοστάσια,
σα δούλοι και σαν μηχανές
Κάθε μέρα γινόμασταν όλο και παραπάνω μηχανές παρά άνθρωποι
Και γίναμε ''επιχειρηματίες''
Και μάθαμε το χρήμα
Και το αγαπήσαμε
και θέλαμε όλο και περισσότερο, όλο και πιο πολύ
Και  πήραμε αυτοκίνητα, και εξοχικά και σκάφος και τζιπ ....
Και πηγαίναμε βόλτες στα βουνά
Τα σαββατοκύριακα
Και τα θαυμάζαμε, και πληρώναμε όσο όσο για ένα δωμάτιο στην Φύση και στο βουνό
Κι ώσπου να πάμε, γυρνούσαμε πίσω
Και αρχίσαμε να νιώθουμε δυστυχισμένοι και κορό'ι'δα
Τώρα είμαστε σκλάβοι των πόλεων, με βαριές αλυσίδες στα πόδια,
με απίθανες κι ασήκωτες υποχρεώσεις,
και χρέη  δυσβάσταχτα και δάνεια
Κι ούτε χρόνος μας απόμεινε, όχι για βόλτα στο δάσος,
ούτε για βόλτα στο πάρκο
Κι  όπως μας είχαν δώσει τόσα χρήματα ξαφνικά,
έτσι και μας τα πήραν πίσω
Κι απομείναμε να δουλεύουμε δούλοι, όλη μέρα, για ψίχουλα
Δυστυχισμένα και φοβισμένα ανθρωπάκια,
με τις παντοφλίτσες μπροστά σε γυάλινες απάνθρωπες οθόνες.
Και μέσα απ' τις οθόνες, τ' αφεντικά μας μιλούν, μας καθοδηγούν και μας διατάζουν
Και 'μεις, σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια,
υπακούμε σε κάθε τους προσταγή, σε κάθε  ''μόδα'', σε κάθε ''lifestyle''
Κι απόμειναν μόνο όνειρα -θολά πια-  τα βουνά,
εκεί που κάποτε ζούσαν οι παππούδες μας, και κάποιοι απο 'μας προλάβαμε να ζήσουμε
Όνειρο ξεθωριασμένο μέσ' την απόγνωση του καθημερινού τσιμέντου
 και του ''αγώνα'' για καλύτερη ζωή
Ναι, απίστευτα κορό'ι'δα είμαστε
Και τα βουνά της λύτρωσης και της ευτυχίας  είναι δίπλα μας,
λίγη ώρα δρόμος, μα εμείς τα παρατήσαμε πια
Τα επισκεπτόμαστε μέσα απ' τις οθόνες, μικρές και μεγάλες
Κι είμαστε και χαρούμενοι
για το καινούργιο μας τάμπλετ, που μας ταξιδεύει όπου θέλουμε στον Κόσμο
Σκέψου μονάχα αυτό άνθρωπέ μου και φίλε μου,
 αν ακόμα μπορείς και σκέφτεσαι ελεύθερα :
Ποιοι σε μάντρωσαν στα ανθρωποκτόνα κλουβιά ;
Και ποιος σε κρατάει δεμένο ;


''Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά
ήταν τα λόγια του ληστή
Έχουν περάσει όλα αυτά,
πάει καιρός πολύς
Εκεί απάνω στα βουνά
δε δίνουν δυάρα τσακιστή
για ότι έχει κερδηθεί,
για ότι έχει πια χαθεί''

Ο παλιάτσος κι ο ληστής
Μπομπ Ντύλαν
Δ. Σαββόπουλος